vitamin d foods

Έλλειψη βιταμίνης D: Συμπτώματα & αντιμετώπιση

Ιστορικά η βιταμίνη D είναι η 3η κατά σειρά ανακάλυψης βιταμίνη και μια από τις πλέον μελετημένες βιταμίνες στην ανθρώπινη υγεία τόσο σε κυτταρικό επίπεδο όσο και σε ανθρώπινες μελέτες. Η τεράστια σημασία της στην ανθρώπινη υγεία ξεκινά να ερευνάται στις αρχές του 20ου αιώνα στη Σκωτία όπου τα επίπεδα ραχίτιδας στα παιδιά ήταν δυσθεώρητα υψηλά. Τότε χωρίς ακόμα να έχει λάβει το σημερινό όνομα της θεωρούταν μια ουσία η οποία θεράπευε τη ραχίτιδα μέσω της χορήγησης ιχθυελαίου.

Λίγα χρόνια αργότερα στην Αυστρία, παρατηρήθηκε ότι η ραχίτιδα μπορούσε να  θεραπευτεί και μέσω της έκθεσης στον ήλιο αλλά και στην τεχνητή UV ακτινοβολία. Δεν άργησε πολύ και το 1937 απομονώθηκε και ταυτοποιήθηκε  η μορφή της  D3 που σήμερα γνωρίζουμε και τόσο συχνά συζητάμε. Φυσικά από τότε και με την εξέλιξη της επιστήμης έχει γίνει εκτεταμένη έρευνα επάνω στους μηχανισμούς δράσης της βιταμίνης D.

Έτσι, σήμερα γνωρίζουμε ότι εκτός από βιταμίνη, η D3 στην τελική ενεργοποιημένη της μορφή στο ανθρώπινο σώμα γνωστή ως καλσιτριόλη, δρα ως ορμόνη στα κόκαλα, τους μυς, το λιπώδη ιστό, το ανοσοποιητικό σύστημα, το συκώτι αλλά και το πάγκρεας.

Η πραγματικότητα είναι ότι το 80% της βιταμίνης D το λαμβάνουμε από την έκθεση μας στην ακτινοβολία UV-B και ότι η διατροφική πρόσληψη της βιταμίνης είναι αρκετά χαμηλή διότι ελάχιστα τρόφιμα αποτελούν πυκνές πηγές βιταμίνης D αλλά και επειδή η εντερική ικανότητα απορρόφησης της είναι σχετικά περιορισμένη. Έχοντας υπόψη ότι περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας σε κλειστούς χώρους αλλά και ότι τους θερινούς μήνες η χρήση αντηλιακού είναι πλέον απαραίτητη, νομοτελειακά κατά μια έννοια είμαστε εκτεθειμένοι στην ανεπάρκεια ή και την έλλειψη της βιταμίνης D.

Το γεγονός ότι τα λιπαρά μικρά ψάρια είναι πυκνότερα σε βιταμίνη D από ότι τα γαλακτοκομικά, δεν καθιστά τα γαλακτοκομικά περιττά ή άσχετα με τη βιταμίνη D. Η βιταμίνη D είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ασβέστιο και το φώσφορο, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είναι υπεύθυνη για την ισορροπία τους στο σώμα.

Το σώμα, την έλλειψη της βιταμίνης D, την αντιλαμβάνεται ως έλλειψη ασβεστίου, με αποτέλεσμα να ενεργοποιεί μια άλλη ορμόνη η οποία είναι υπεύθυνη για την απελευθέρωση ασβεστίου από τα κόκκαλα. Σε αυτό το πλαίσιο, τα γαλακτοκομικά, τα οποία αποτελούν τη βασικότερη πηγή ασβεστίου, συμβάλλουν με τον τρόπο τους στην ισορροπία του παραπάνω συστήματος.

Οπωσδήποτε, οι πλούσιες τροφές σε βιταμίνη D είναι τα μικρά-μεσαία λιπαρά ψάρια όπως οι σαρδέλες, τα καπόνια, οι κέφαλοι, το σκουμπρί, οι ρέγγες. Δηλαδή, κοντά στα Ω3 μαζί συνήθως θα υπάρχει και βιταμίνη D. Όσο προσεχτικά σχεδιασμένη και να είναι η διατροφή μας, ακόμη και με 2 έως και 3 φορές την εβδομάδα το κατάλληλο ψάρι, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα καταφέρουμε να καλύψουμε πλήρως τις ανάγκες μας σε βιταμίνη D. Φυσικά, αυτό δεν θα πρέπει να αναιρεί το συνολικό όφελος υγείας του ψαριού.

Κατανοώντας τις παραπάνω αιτίες, αντιλαμβανόμαστε ότι η έλλειψη ή η ανεπάρκεια της βιταμίνης D είναι συνήθης ανάμεσα στον παιδικό αλλά και ενήλικο πληθυσμό. Βάσει πρόσφατων επιδημιολογικών δεδομένων, το 40% των Ευρωπαίων έχουν έλλειψη βιταμίνης D και το 13% έχουν βαριά έλλειψη της.

Θα σου αρέσει σίγουρα:

Έχετε ευερέθιστο έντερο; Βοηθήστε το με τα κατάλληλα tips!

Η έλλειψη της βιταμίνης D είναι συνήθως συχνότερη σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες με χαρακτηριστικότερες τις εγκύους, τις σκουρόχρωμες φυλές, τα παχύσαρκα παιδιά και εφήβους και άτομα τα οποία απέχουν από την έκθεση στον ήλιο. Υπολογίζεται ότι ακόμη και σε χώρες όπως οι ΗΠΑ όπου το γάλα, ορισμένοι χυμοί και δημητριακά εμπλουτίζονται με βιταμίνη D, το 50% των παιδιών μεταξύ 1-5 ετών και το 70% μεταξύ 6-11 ετών έχουν ανεπαρκή επίπεδα βιταμίνης D.

Σε αυτό το σημείο γεννάται πιθανά τα ερώτημα αν αυτή η πανδημική έλλειψη/ανεπάρκεια της βιταμίνης D έχει συμπτώματα ή όχι. Για να καταλάβουμε την απάντηση, αρκεί να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο τέθηκαν τα όρια επάρκειας της βιταμίνης D από το Ινστιτούτο Υγείας των ΗΠΑ, το Διεθνές Ίδρυμα Οστεοπόρωσης και την Αμερικανική Ένωση Κλινικής Ενδοκρινολογίας. Σύμφωνα με μια εκτεταμένη μελέτη σε κλινικά υγιείς ανθρώπους ηλικιών μεταξύ 20-90 ετών, βρέθηκε ότι σε ποσοστό 25% και 35% υπήρχαν σημάδια σχετιζόμενης με έλλειψη βιταμίνης D οστεομαλακίας και οστεοείδωσης αντίστοιχα. Στην ίδια μελέτη, τα άτομα με επίπεδα βιταμίνης D τουλάχιστον 30ng/ml δεν είχαν σημάδια οστεομαλακίας και οστεοείδωσης.

Επομένως, τα όρια με τα οποία έχει οριστεί η έλλειψη ή επάρκεια της βιταμίνης D έχουν βασιστεί κυρίως στα κατώφλια εκείνα όπου τα επίπεδα της βιταμίνης D στο σώμα προφυλάσσουν την υγεία των οστών και δεν έχουν να κάνουν με κάποια εμφανή συμπτωματολογία.

Η έλλειψη της βιταμίνης D αποτελεί μείζον θέμα διαμάχης της επιστημονικής κοινότητας σχετικά με τα όρια με βάση τα οποία πρέπει να ορίζεται, τις αιτίες έλλειψης αλλά και το εάν τελικά η σοβαρή έλλειψη η οποία παρατηρείται σε συγκεκριμένες παθήσεις αποτελεί αιτία ή αποτέλεσμα αυτών των παθολογικών καταστάσεων. Παρόλα αυτά, κοινό σημείο συμφωνίας αποτελεί ο κεντρικός της ρόλος της βιταμίνης D στη μυοσκελετική υγεία αλλά και σε πληθώρα βιολογικών διαδικασιών του ανθρώπινου σώματος.

Τέλος, η πανδημικές τάσεις έλλειψης της βιταμίνης D ανεξαρτήτως των αιτιών είναι μια πραγματικότητα η οποία μας τονίζει τη σημασία που έχει η αξιολόγηση των επιπέδων της αλλά και η θεραπεία/αναπλήρωσή τους πάντα βάση τεκμηριωμένων κλινικά οδηγιών.

Βιβλιογραφία
  1. Deluca HF. History of the discovery of vitamin D and its active metabolites. Bonekey Rep. 2014;3:479. doi:10.1038/bonekey.2013.213
  2. Amrein K, Scherkl M, Hoffmann M, Neuwersch-Sommeregger S, Köstenberger M, Tmava Berisha A, Martucci G, Pilz S, Malle O. Vitamin D deficiency 2.0: an update on the current status worldwide. Eur J Clin Nutr. 2020;74(11):1498-1513. doi: 10.1038/s41430-020-0558-y.
  3. Holick, M.F. The vitamin D deficiency pandemic: Approaches for diagnosis, treatment and prevention. Rev Endocr Metab Disord . 2017;18, 153–165. https://doi.org/10.1007/s11154-017-9424-1