keto

Κετογονική δίαιτα

Τα τελευταία 40 χρόνια τα επίπεδα της παχυσαρκίας έχουν σχεδόν διπλασιαστεί ενώ την τελευταία δεκαετία υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 200 εκατομμύρια άντρες και σχεδόν 300 εκατομμύρια γυναίκες άνω των 20 ετών ήταν παχύσαρκοι. Αναμφίβολα πλέον γνωρίζουμε τον κεντρικό ρόλο που παίζει η παχυσαρκία στην καρδιαγγειακή νόσο και στην εμφάνιση του μεταβολικού συνδρόμου το οποίο αποτελεί τον προθάλαμο των καρδιομεταβολικών νοσημάτων με προεξέχοντα το σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Δεδομένης της ραγδαίας αυξανόμενης επιδημιολογικής εικόνας της παχυσαρκίας, οι τρόποι αντιμετώπισής της έχουν λάβει ιδιαίτερο επιστημονικό και ερευνητικό ενδιαφέρον. Στις παρεμβάσεις για απώλεια βάρους θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει ένα τρίπτυχο το οποίο είναι η διατροφή, η άσκηση και η ψυχολογική υποστήριξη. Εστιάζοντας στη διατροφή και ειδικά στην τελευταία δεκαετία, ιδιαίτερο χώρο έχουν κερδίσει οι δίαιτες πολύ χαμηλές σε υδατάνθρακες ή αλλιώς γνωστές ως κετογονικές δίαιτες (ΚΔ).

Η Κετογονική Δίαιτα

Η ΚΔ έχει απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Το 1920 χρησιμοποιήθηκε εκτενώς στη θεραπεία της παιδική φάρμακο- ανθεκτικής επιληψίας και κατόπιν εφαρμόστηκε ερευνητικά στην αντιμετώπιση του μεταβολικού συνδρόμου, του συνδρόμου των πολυκυστικών ωοθηκών και της νόσου Alzheimer. Τα 70s’ αποτέλεσαν βασική περίοδο όπου οι χαμηλές σε υδατάνθρακες διατροφικές παρεμβάσεις βρήκαν χρήση στην απώλεια βάρους με πιο γνωστή τη δίαιτα Atkins. Στόχος της κετογονικής δίαιτας είναι να αναγκαστεί το σώμα να στηρίξει τις ενεργειακές του ανάγκες στα λιπαρά και όχι στη γλυκόζη η οποία αποτελεί το βασικό καύσιμο του ανθρώπινου κυττάρου. Για να γίνει πιο κατανοητό αρκεί να γνωρίζουμε ότι όλες οι τροφές που τρώμε οι οποίες αποτελούνται από υδατάνθρακες δηλαδή όλα τα λαχανικά, τα φρούτα και τα σιτηρά τελικά θα μεταβολιστούν σε γλυκόζη γνωστή ως σάκχαρο του αίματος. Κατά την κετογονική δίαιτα, η υπερβολικά χαμηλή πρόσληψη σε υδατάνθρακες η οποία πρακτικά σημαίνει λιγότερο από 50g υδατανθράκων ημερησίως, δηλαδή όσο σχεδόν 3 φέτες ψωμί,  θα αναγκάσει το σώμα να χρησιμοποιήσει το λίπος ως βασική πηγή ενέργειας. Αυτή η μεταβολική διαδικασία έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή κάποιων προϊόντων ονόματι κετόνες τα οποία θα χρησιμοποιήσει το σώμα ως βιοκαύσιμο και από τα οποία έχει λάβει και το όνομα κετογονική.

Πως δουλεύει η κετογονική δίαιτα

Αν και οι μηχανισμοί δράσης της ΚΔ είναι ακόμη υπό διερεύνηση, είναι αξιοσημείωτο ότι προς το παρόν έχουμε αρκετά δεδομένα βάσει των οποίων μπορούμε να αντιληφθούμε τους τρόπους με τους οποίους η ΚΔ προάγει την απώλεια βάρους. Σίγουρα αυτό που δεν θα πρέπει να παρερμηνεύεται είναι ότι η απώλεια βάρους προέρχεται από τις αποβαλλόμενες κετόνες στα ούρα. Πολύ συχνά κατά τη διάρκεια της ΚΔ γίνεται μέτρηση των κετόνων των ούρων ώστε να γνωρίζουμε κατά πόσο το σώμα έχει μπει σε διαδικασία κέτοσης και αναλόγως να προσαρμόζεται η διατροφή. Σχετικά με τους μηχανισμούς δράσης της, φαίνεται ότι η ΚΔ προκαλεί μεταβολικές αλλαγές οι οποίες σχετίζονται με την μείωση της λιπογένεσης και την αύξηση της λιπόλυσης, τη μεγαλύτερη ικανότητα μεταβολισμού των λιπαρών οξέων αλλά και την έμμεση αύξηση των καύσεων λόγο αυξημένης γλυκονεογένεσης δηλαδή της παραγωγής γλυκόζης από άλλα θρεπτικά στοιχεία.  Επιπλέον, η ΚΔ πιθανόν επιδρά και στον κορεσμό παρατείνοντάς τον μέσω της επίδρασης που φαίνεται να ασκούν οι κετόνες στις ορμόνες του μηχανισμού της πείνας και του κορεσμού γνωστές ως λεπτίνη και γκρελίνη. Με απλά λόγια, η ΚΔ μάλλον παρατείνει το πόσο χορτάτοι νιώθουμε.

Κοιτώντας τη ΚΔ από μια άλλα οπτική γωνία, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι τα οφέλη της κυρίως πηγάζουν από τις χαμηλές ανάγκες του σώματος σε ινσουλίνη κατά τη διάρκεια της εφαρμογής της. Όντως, η ινσουλίνη ανταποκρίνεται κυρίως στην παρουσία υδατάνθρακα στα γεύματα μας το οποίο σημαίνει ότι ένα γεύμα πυκνό σε υδατάνθρακες θα προκαλέσει και μια αυξημένη έκκριση ινσουλίνης η οποία συνήθως θα συνοδευτεί και από την ανάλογη παραγωγή και αποθήκευση λίπους. Λαμβάνοντας υπόψη μας αυτή τη σχέση ινσουλίνης-υδατάνθρακα μπορούμε να φανταστούμε τον λόγο για τον οποίο η κετογονική δίαιτα περιορίζεται σε 20-50g υδατανθράκων ημερησίως ενώ οι υπόλοιπες θρεπτικές ανάγκες καλύπτονται κυρίως από λίπος και κατά ένα μικρότερο ποσοστό από πρωτεΐνες. Εδώ αξίζει να προσθέσουμε ότι έχουμε ερευνητικά δεδομένα τα οποία συνηγορούν ότι η ΚΔ σε παχύσαρκα άτομα με μεταβολικό σύνδρομο έχει δείξει βελτίωση της αντίστασης στην ινσουλίνη η οποία αποτελεί και βασικό δομικό στοιχείο του μεταβολικού συνδρόμου.

Πρακτική εφαρμογή της κετογονικής δίαιτας

Παρά το γεγονός ότι η εφαρμογή της ΚΔ στην πράξη φαίνεται ότι δεν χαρακτηρίζεται από ομοιογένεια κοινώς παρονομαστής παραμένει η πολύ χαμηλή πρόσληψη υδατανθράκων. Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή χρειάζεται πολύ καλό σχεδιασμό γευμάτων, συστηματική διαιτολογική παρακολούθηση και πιθανή λήψη συμπληρωμάτων ώστε να υπάρχει θρεπτική επάρκεια. Στην πράξη τα λαχανικά, τα φρούτα, τα δημητριακά-σιτηρά κάθε μορφής καθώς και τα όσπρια αποτελούν πηγές υδατανθράκων με αποτέλεσμα να ελαχιστοποιούνται στο μέγιστο βαθμό. Τα λαχανικά ίσως αποτελούν την εξαίρεση στον κανόνα και αυτό με φειδώ διότι έχουν την αραιότερη περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες. Για να γίνει αντιληπτό αρκεί να γνωρίζουμε ότι 250g πράσινων λαχανικών περιέχουν 10-15g υδατανθράκων ενώ την ίδια ποσότητα τη βρίσκουμε σε 30g ψωμί. Στην εφαρμογή της ΚΔ η θρεπτική κάλυψη προέρχεται κυρίως από λιπαρά με αποτέλεσμα να ενθαρρύνεται η κατανάλωση του λίπους δηλαδή ελαιόλαδο, ελιές, ξηροί καρποί, παράγωγα ξηρών καρπών, ταχίνι, αυγό καθώς και λιπαρά μέρη κρέατος, λιπαρά ψάρια, ορισμένα αλλαντικά αλλά και τυρί.  Κατά περίπτωση όμως, η κάλυψη των λιπαρών από τροφές μπορεί να μην επαρκεί και σε αυτές τις περιπτώσεις εισάγονται στη διατροφή ειδικά σκευάσματα λιπαρών οξέων. Η ΚΔ ανάλογα με τον πληθυσμό και το σκοπό που εξυπηρετεί μπορεί να έχει πολλές μορφές εφαρμογής όπως την MAD (Modified Atkins Diet) ή την MKD (Modified Ketogenic Diet) ή την MCT-KD (Medium Chain Triglyceride Diet Ketogenic Diet). Σε κάθε περίπτωση, κοινός σταθερός  παρονομαστής είναι η πολύ χαμηλή πρόσληψη υδατανθράκων και φυσικά σε καμία περίπτωση η κατανάλωση σακχάρων εντός ενός πολύ στενού ημερήσιου θερμιδικού πλαισίου το οποίο στην αρχική φάση εφαρμογής της υπολογίζεται περίπου στις 700-800Kcal ημερησίως.

Ακόμη ένα πρακτικό ζήτημα στην εφαρμογή της ΚΔ είναι η διάρκεια της. Όταν σημείο αναφοράς είναι η χρήση της ΚΔ για απώλεια βάρους τότε φαίνεται ότι μιλάμε για φάσεις με καλύτερα αποτελέσματα, βάσει πρόσφατων μελετών, την εφαρμογή 20 ημερών της ΚΔ με διαδοχική εφαρμογή δύο 20ήμερων κύκλων Μεσογειακής διατροφής.

Τι χρειάζεται να προσέχω

Η συμβολή της ΚΔ στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας είναι πλέον ακόμη μια πραγματικότητα η οποία σταδιακά λαμβάνει χώρο στην επιστημονική κοινότητα. Ωστόσο, η εφαρμογή της δεν είναι πανάκεια και δεν είναι καθολική. Δεν ενδείκνυται κατά την περίοδο της κύησης, δεν είναι η διατροφή επιλογής στο σακχαρώδη διαβήτη, δεν συστήνεται να εφαρμόζεται από άτομα με ψυχιατρικά νοσήματα, ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια καθώς και με πρόσφατά καρδιαγγειακά επεισόδια.  Όσο συχνότερα εφαρμόζεται και όσο αυξάνει η χρονική διάρκεια εφαρμογής της χρειάζεται να γνωρίζουμε τις πιθανές επιπτώσεις που μπορεί να έχει στην υγεία με πιο συνηθισμένες την ουρολιθίαση, τη χολολιθίαση, την ουρική αρθρίτιδα και την τριχόπτωση.  Για αυτούς τους λόγους, η ΚΔ θα πρέπει να εφαρμόζεται υπό την επίβλεψη ιδανικά ομάδας ειδικών. Επιπλέον, ένα σημαντικό σημείο της ΚΔ είναι η επανένταξη των υδατανθράκων ώστε να αυξηθεί η βιωσιμότητα της προσπάθειας. Η διαδικασία αυτή βασίζεται στη διατροφική εκπαίδευση και πρέπει να γίνεται με διαιτολογική υποστήριξη ώστε να αυξάνονται οι πιθανότητες να υπάρχει μια σταδιακή ισορροπημένη αποκατάσταση των αναλογιών των υδατανθράκων σε σχέση με τα λιπαρά και τις πρωτεΐνες. Τέλος, θα πρέπει να διαχωρίσουμε ότι ΚΔ δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με μια χαμηλή σε υδατάνθρακες/υψηλή σε πρωτεΐνες διατροφή αλλά ότι είναι μια διατροφή πολύ χαμηλή σε υδατάνθρακες με φυσιολογική αναλογία σε πρωτεΐνες η οποία φαίνεται να προωθεί συγκεκριμένες μεταβολικές αλλαγές.

Θα σου αρέσει σίγουρα:

Πεπτικές Διαταραχές στις Καλοκαιρινές Διακοπές

 

Βιβλιογραφία

Yuan X, Wang J, Yang S. et al. Effect of the ketogenic diet on glycemic control, insulin resistance, and lipid metabolism in patients with T2DM: a systematic review and meta-analysis. Nutr. 2020;30;10(1):38. doi: 10.1038/s41387-020-00142-z

Paoli A. Ketogenic Diet for Obesity: Friend or Foe? Int. J. Environ. Res. Public Health 2014, 11, 2092-2107; doi:10.3390/ijerph110202092

Martin-McGill KJ, Lambert B, Whiteley VJ, Wood S, Neal EG, Simpson ZR, Schoeler NE; Ketogenic Dietitians Research Network (KDRN). Understanding the core principles of a ‘modified ketogenic diet’: a UK and Ireland perspective. J Hum Nutr Diet. 2019; 32(3):385-390. doi: 10.1111/jhn.12637